Yπάρχουν πολλοί gamers εκεί έξω που ίσως να αμφισβητούν τους τρεις τίτλους του The Dark Pictures Anthology, της Supermassive Games. Αυτό που κυρίως αμφισβητείται όσον αφορά στη σειρά αυτή, είναι το αν αποτελούν πραγματικά βιντεοπαιχνίδια. Αυτό που αποτελούν πραγματικά όμως οι τίτλοι της Supermassive Games, είναι μία σειρά από interactive horror films, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και ένα μικρό κομμάτι από συνήθως πολύ απλό και αγνό gameplay. 

Όσον αφορά στην ιστορία του νέου τίτλου της Supermassive τώρα. Το House Of Ashes μας μεταφέρει 18 χρόνια πίσω, στο 2003, όταν ο πόλεμος στο Ιράκ έτεινε προς το τέλος του. Για ακόμη μια φορά στα Anthology Games, η πλοκή της υπόθεσης προέρχεται από μυθολογία και αστικούς θρύλους. Αυτήν τη φορά, στο επίκεντρο του τίτλου βρίσκεται ο Ακκάδιος Βασιλιάς Naram-Sin και ο ναός που είχε χτίσει για τους θεούς, ο οποίος περιτριγυριζόταν από μία κατάρα. Κατά τη διάρκεια μιας αποστολής στο Ιράκ, με σκοπό την ανάκτηση χημικών όπλων που πίστευαν ότι υπήρχαν κρυμμένα σε μία κρύπτη του Saddam, μία ομάδα Αμερικάνων στρατιωτών, πεζοναυτών και πρακτόρων της CIA, μαζί με μία ομάδα Ιρακινών στρατιωτών, παγιδεύονται υπόγεια ύστερα από την κατάρρευση του εδάφους κατά τη διάρκεια μίας μάχης. Σκοπός του παιχνιδιού, είναι οι χαρακτήρες να καταφέρουν να αφήσουν στην άκρη όλες τις διαφωνίες και εχθροπραξίες που υπάρχουν μεταξύ τους και να καταφέρουν να αποδράσουν ζωντανοί από τον υπόγειο ναό. Τα πράγματα, όμως, τελικά φαίνεται να αλλάζουν τροπή, όταν συνειδητοποιούν, τι πραγματικά υπάρχει στο μέρος αυτό. 

Η ιστορία καθαυτή, έχει αναμφισβήτητα έναν πολύ αργό ρυθμό, ο οποίος κλιμακώνεται περίπου τις τελευταίες δύο ώρες του παιχνιδιού. Ενώ ξεκινάει δυναμικά και συνεχίζει με ένα πολύ badass intro, μετά αποκτά μια νωχελική ροή, η οποία όταν κορυφώνεται και αρχίζει να γίνεται ενδιαφέρουσα με αρκετά twists, το παιχνίδι μετά από λίγο τελειώνει. Ακόμα, οι χαρακτήρες δεν επεξηγούνται όπως πιστεύω ότι θα έπρεπε, καθώς δε δίνεται σχετικά καθόλου βάθος στην δική τους προσωπική ιστορία, με αποτέλεσμα να μην κινούν τόσο το ενδιαφέρουν του παίκτη. Μαθαίνουμε τα πολύ βασικά, τα οποία ακόμη κι αυτά, γίνονται με έναν βιαστικό τρόπο. Αυτό βέβαια, πολύ πιθανόν να οφείλεται και στην μικρή του διάρκεια, η οποία κυμαίνεται στις 6 με 7 ώρες. 

Όπως και με τους προκατόχους του, το House Of Ashes, δεν προσφέρει κάτι ριζοσπαστικό όσον αφορά στο Gameplay, εκτός μερικών μικρών εξαιρέσεων. Η πιο αξιοσημείωτη από αυτές, αποτελεί το γεγονός ότι πια ο παίκτης, μπορεί και έχει τον πλήρη έλεγχο της κάμερας. Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά σε Anthology Game και προϊδεάζει τον παίκτη, ότι θα υπάρχει καλύτερος χειρισμός συνολικά. Τουλάχιστον στη θεωρία. Στην πράξη τώρα, ο χειρισμός θα έλεγα ότι δεν κατατάσσεται στα θετικά του παιχνιδιού, μιας και κατά κύριο λόγο, θα τον χαρακτήριζα ως λίγο άγαρμπο, αδέξιο και όχι τόσο smooth. Ενώ υπάρχει η απαραίτητη ελευθερία, δεν έχει υλοποιηθεί πολύ άρτια. Επιπρόσθετα, όντας σχεδόν σε όλο το παιχνίδι κάτω από το έδαφος σε στενές και σκοτεινές κατακόμβες και κρύπτες, η Supermassive Games, επιχειρεί με ένα λίγο πιο κοντινό Third Person Perspective, να μας περάσει ένα κλειστοφοβικό vibe. Η προσπάθεια αυτή βγάζει απόλυτα νόημα και οφείλω να ομολογήσω ότι εξυπηρέτησε πολύ καλά το σκοπό της, ειδικά από τη στιγμή που συνδυάστηκε εξαιρετικά, με αρκετά jumpscares. Το μόνο αρνητικό με αυτό, ήταν ότι πάλι, καθιστούσε λίγο δύσκολο το χειρισμό. Όχι σε τεράστιο βαθμό, όμως. 

Επιπρόσθετα, καθ’ όλη τη διάρκεια του gameplay, επικρατεί κυρίως σκοτάδι. Έτσι, δίνεται στον παίκτη ένας toggle μηχανισμός για τη χρήση φακού, ή αναπτήρα, ή γενικότερα, διαφόρων μέσων για τη δημιουργία φωτός. Με αυτόν τον τρόπο, ο παίκτης βρίσκεται συνεχώς σε εγρήγορση, για αναπάντεχα γεγονότα. Γενικότερα, το House Of Ashes, αντλεί vibes μυστηρίου, horror και αγωνίας. Κάτι πολύ φυσικό και επόμενο, αν αναλογιστεί κανείς, ότι ο σκοπός του είναι να μείνουν ζωντανοί όλοι οι playable χαρακτήρες κατά τη διάρκεια, οι οποίοι εναλλάσσονται, για να μπορούν οι παίκτες παίζουν την κάθε εκδοχή ξεχωριστά. Επιπλέον, υπάρχει και η δυνατότητα να παίξετε με παρέα, αναλαμβάνοντας ο καθένας από έναν ή περισσότερους χαρακτήρες. Το γεγονός αυτό καθιστά αυτόματα το παιχνίδι πιο διασκεδαστικό, καθώς ο καθένας λειτουργεί με το δικό του μοναδικό τρόπο και συνήθως η κατάσταση περιπλέκεται με έναν ωραίο, αλλά συνάμα περίεργο τρόπο. 

To gameplay καθαυτό τώρα, ως επί το πλείστον, περιτριγυρίζεται από γνωστούς μηχανισμούς της σειράς. Υπάρχουν πολλά Quick Time Events, στα οποία οι παίκτες πρέπει να έχουν γρήγορα αντανακλαστικά και να πατούν στιγμιαία, ή παρατεταμένα, τα ζητούμενα κουμπιά. Διαθέσιμα στο House Of Ashes θα βρείτε και επίπεδα δυσκολίας, τα οποία καθιστούν αρκετά πιο δύσκολα τα Quick Time Events, κάτι πολύ θετικό κατά τη γνώμη μου. Επιπλέον, οι παίκτες εξερευνούν και βρίσκουν διάφορα αντικείμενα, τα οποία επεξηγούν και παρουσιάζουν γεγονότα, είτε με τύπου καταγεγραμμένα βίντεο, είτε δείχνοντας μερικές σκηνές που προϊδεάζουν γεγονότα, τα οποία ο παίκτης με τις σωστές αποφάσεις, μπορεί να αποφύγει, καθώς και με σημειώματα. Όλα αυτά αποτελούν collectibles του παιχνιδιού, τα οποία όμως αποσκοπούν στο να δώσουν επιπλέον lore στους παίκτες. Ένα ακόμη νέο gameplay χαρακτηριστικό που προστέθηκε στο House Of Ashes, είναι μερικές shooting σκηνές. Σε ένα σχετικά μικρό χρονικό περιθώριο και σε μορφή slow motion, ο παίκτης πρέπει να σημαδέψει τον εχθρό, ο οποίος εμπεριέχεται σε ένα αρκετά μεγάλο hitbox. Γενικά το συγκεκριμένο κομμάτι δεν αποτελεί κάτι δύσκολο, ωστόσο δίνει μία μικρή action αύρα στον τίτλο.

Το selling point, όμως, του τίτλου και κάθε άλλου Anthology παιχνιδιού, αποτελεί η λήψη αποφάσεων από διλήμματα που πετάει το παιχνίδι, τα οποία προσδιορίζουν την τροπή που θα ακολουθήσει η ιστορία. Κάθε χαρακτήρας, παρουσιάζεται με τα θετικά του και τα αρνητικά του, καθώς και με το τι αισθήματα επικρατούν στον εσωτερικό του κόσμο. Άλλοι είναι αυστηροί, αποφασισμένοι και ευέξαπτοι, άλλοι αστείοι και συναισθηματικοί, ενώ άλλοι ρομαντικοί και αφελείς. Κάθε σχέση μεταξύ των χαρακτήρων, χτίζεται βάσει των αποφάσεων του παίκτη, όπου με μία και μόνο λανθασμένη επιλογή, να είναι ικανή να σκοτώσει έναν, ή ακόμη και περισσότερους από τους χαρακτήρες. Όλη αυτή η κατάσταση συνολικά, προκαλεί ένα άγχος και μια αγωνία, η οποία λειτουργεί πολύ αποτελεσματικά και στην πράξη. 

Όσον αφορά στο οπτικοακουστικό κομμάτι του House Of Ashes. Πρώτα από όλα, ο τίτλος της Supermassive διαθέτει εκπληκτικό ήχο. Τα ηχητικά του εφέ είναι πάντα on point, η μουσική ακολουθία αρμόζει άψογα και φέρνει πολλά “Dark” vibes, ενώ το voice acting είναι ικανοποιητικό. Το οπτικό κομμάτι τώρα, είναι κάτι αρκετά αμφιλεγόμενο. Τα γραφικά συνολικά δεν είναι καθόλου κακά, ωστόσο υπάρχουν στιγμές που υποβαθμίζονται σε γιγαντιαίο βαθμό. Μερικά πρόσωπα φαίνονται πολύ ρεαλιστικά, ενώ άλλα όχι τόσο. Το ίδιο συμβαίνει και με τα facial expressions, τις εκφράσεις προσώπου των χαρακτήρων, όπου σε μερικούς είναι πάρα πολύ καλές και πειστικές, ενώ σε άλλους είναι απλά κακές. Γενικότερα, δοκιμάζοντας το και σε PS5, περίμενα να συναντήσω κάτι καλύτερο. 

To The Dark Pictures Anthology: House Of Ashes, είναι ένα παιχνίδι που σίγουρα δεν είναι για όλους. Προσφέρει συνολικά μία ικανοποιητική horror εμπειρία, την οποία μπορεί ο καθένας να διαμορφώσει με τον τρόπο που επιθυμεί. Κάθε απόφαση που θα πάρετε έχει συνέπειες και καθορίζει την τροπή της ιστορίας. Το gameplay, με μερικές εξαιρέσεις, δεν ξεφεύγει και πολύ από τους προκατόχους του, η ιστορία του αν και αργή χωρίς ιδιαίτερο βάθος, αποκτάει αρκετό ενδιαφέρον προς τις τελευταίες ώρες, και το οπτικοακουστικό κομμάτι, φάσκει και αντιφάσκει. Εν ολίγοις, αν σας αρέσουν τα ατμοσφαιρικά horror παιχνίδια, και δεν σας απασχολεί η έλλειψη του Action στοιχείου, το House Of Ashes, είναι αναμφισβήτητα ένα παιχνίδι που θα απολαύσετε.